ΑΡΧΙΚΗ   |    MOUNTAIN ACTION    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
 
 

ΟΡΕΙΝΟ ΤΡΕΞΙΜΟ

24.10.2013

Αναζητώντας τον εκλείποντα πολιτισμό στα μονοπάτια της Ροδόπης

του Μιχάλη Στύλλα



ROUT 2013
Τρεις και τον επιάσαμε!


Η τρίτη επιδίωξη της ολοκλήρωσης των 160 και βάλε χιλιομέτρων του ορεινού υπερμαραθωνίου Rodopi Advendurun (ROUT), συνοδεύτηκε από τη διάθεση αποτύπωσης της εμπειρίας σε καθαρά προσωπικό επίπεδο.



Ξεκινώντας από τα πολύ βασικά, πρέπει να αναφερθεί ότι όλοι όσοι έχουμε μπει στον πειρασμό να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας και τα μονοπάτια της Ροδόπης στα πλαίσια της εν λόγω διοργάνωσης, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πρόκειται για ένα πολύ σκληρό εγχείρημα του οποίου η ολοκλήρωση δεν εξαρτάται μόνο από τη σωματική προετοιμασία, αλλά και από επιπλέον παράγοντες.

Οι επίσημοι αριθμοί (απόσταση, συνολική υψομετρική, κλπ) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτυπώσουν το τι βιώνουν οι συμμετέχοντες κατά τη διάρκεια του αγώνα. Ούτε οι αριθμοί του ROUT, ούτε οι αναλυτικότατες περιγραφές του race director Λάζαρου Ρήγου, αναφέρουν για παράδειγμα ότι ο αθλητής έρχεται αντιμέτωπος με 10 βάλε διαφορετικούς τύπους μονοπατιών. Μονοπάτια μέσα από αναβαθμούς, μονοπάτια δίπλα στις κοίτες ποταμών με φυτεμένη ή και κυλιόμενη κροκάλα, μονοπάτια με ρίζες κωνοφόρων, μονοπάτια με λάσπη, μονοπάτια με σταθερή κλίση προς τα κάτω, μονοπάτια σε κάτι χαράδρες που έκοψε η δράση του νερού, μονοπάτια οριακού πλάτους που ίσα το ένα παπούτσι χωράει και γενικά μονοπάτια που δε αφήνουν πολλά περιθώρια χαλάρωσης.



Επίσης, είναι λίγο παράδοξο ένας αγώνας τύπου 100miler να ξεκινάει με 40 και βάλε κατηφορικά χιλιόμετρα τα οποία οι αθλητές καλούνται να καλύψουν με αντίθετη φορά δηλαδή ανηφορικά στην προσπάθεια τους να δουν τον τερματισμό (εκεί που ο Hardrock 100miler στο Colorado ένας από τους σκληρότερους αγώνες ανά τον κόσμο ξεκινάει τις κατηφοριές προς τον τερματισμό, ο ROUT έχει τον καπετάν Θεολόγο…).

Βέβαια, τις αντιξοότητες των μονοπατιών και τις μεγάλες ανηφόρες στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής, έρχεται να πλαισιώσει το highlight του αγώνα που είναι οι μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των σταθμών τροφοδοσίας, παράγοντας που συνεπάγεται μία ιδιαίτερου τύπου απομόνωση.






Η δική μου ιστορία με τον ROUT

Μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες τα έτη 2010 και 2012, την πρώτη λόγω τραυματισμού και τη δεύτερη λόγο υπεροψίας απέναντι στον τραυματισμό (έπρεπε να πλησιάσω τα 40 χρόνια βίου για να κατανοήσω ότι τραυματισμοί - παλιές αμαρτίες - στον αστράγαλο που δημιουργούν επανειλημμένα φλεγμονές δεν γιατρεύονται από μόνοι τους), ήρθε η ώρα για κάτι πιο δραστικό. Μία επίσκεψη σε ένα γιατρό (ναι και όμως είναι τόσο απλό) και κυρίως μία καλύτερη προετοιμασία και προσήλωση στο πνεύμα του αγώνα ήταν ότι χρειαζόταν. Μία τρίτη εγκατάλειψη θα άρχιζε να με ενοχλεί σε προσωπικό επίπεδο.

Με έντονη την έγνοια της προδοσίας του έξω πλάγιου συνδέσμου στο δεξί αστράγαλο, αρκετά Ολύμπια χιλιόμετρα για-να-πάω-στη-δουλειά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και πλήρη απουσία δρομικών χιλιομέτρων, ο στόχος για το 2013 ήταν ξεκάθαρος. Τερματισμός με κάθε τίμημα στα πλαίσια πάντα του μη μόνιμου τραυματισμού. Μετά από μία παρατεταμένη περίοδο ξεκούρασης και μία δεύτερη (!!) επίσκεψη στο γιατρό - χειροπράκτορα παραμονές του αγώνα, όλα στο μυαλό φαντάζανε έτοιμα για την τρίτη και φαρμακερή απόπειρα.




Η ομάδα

Επειδή τέτοιες διοργανώσεις και εμπειρίες είναι ωραίο να τις μοιράζεσαι με φίλους, ήρθαμε στο ROUT ομαδικώς με απώτερο σκοπό να περάσουμε όσο καλύτερα γίνεται.



Αρχηγός εκδρομής όπως και πέρυσι ο Μπάμπης Γκιριζιώτης. Ο Μπάμπης είχε μόλις επιστρέψει από ένα φωτογραφικό υπερμαραθώνιο που ξεκίνησε με ένα δεκαήμερο στην Κάλυμνο, όπου φωτογράφισε για λογαριασμό της The North Face το ομώνυμο αναρριχητικό φεστιβάλ, ενώ στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα για να περάσει άλλη μία ημέρα με τον παγκοσμίου φήμης υπερμαραθωνοδρόμο Dean Karnazes. Μόλις βγήκε από το τραίνο και έφαγε τον τραχανά του τον βάλαμε μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε ένα ακόμα τμήμα (έπεται και συνέχεια) του φωτοπαραληρήματος για το μήνα Οκτώβρη.

Στις κυρίες φιλοξενούμενη και φέτος είχαμε τη Jo (Γεωργία) Manta. H Jo ήρθε πέρυσι να παρακολουθήσει το ROUT, βλέποντας την Rannelle McCoy να πετάει, εμένα να σέρνομαι και το 50% των αθλητών που πήραν εκκίνηση να τερματίζουν, προφανώς συγκινήθηκε τόσο πολύ από το όλο σκηνικό ώστε μέσα σε ένα χρόνο έκανε όλα τα απαραίτητα –αυξημένη διάθεση για τρέξιμο, προπόνηση με προπονητή, προπαρασκευαστικούς αγώνες – ώστε να εκπληρώσει του όρους της φετινής της συμμετοχής (!!!) και μόνο για το γεγονός αυτό της αξίζουν συγχαρητήρια.



Με το γραφών να έχει επικυρώσει την ένταξη του στην ομάδα της The North Face Hellas, να έχει μόλις επιστρέψει από τις Γαλλικές Άλπεις όπου παρακολούθησε ένα μεγάλο επιστημονικό συνέδριο για τη συμπεριφορά του χιονιού και τις χιονοστιβάδες, και να κάθεται στη θέση του οδηγού, το μαύρο Navara το οποίο από το 2009 έχει μάθει το δρόμο απέξω, έκοψε αζιμούθιο για το δασικό χωριό του Ερύμανθου.






Το φυσικό περιβάλλον

Το τοπίο έδειξε τη φιλόξενη του χροιά μόλις αφήσαμε το Καρυόφυτο πίσω μας, ενώ η στροφή του δρόμου λίγο μετά το χωριό του Λειβαδίτη ήταν από οπτικής άποψης πιο αποκαλυπτική από κάθε άλλη φορά. Ο συνδυασμός του σχετικά υγρού και κρύου καλοκαιριού καθώς και η πρόωρη άφιξη του χειμώνα τουλάχιστο στη Ροδόπη, έκαναν τη βλάστηση να φυλλοβολεί έντονα και να χοροπηδά από τη μία χρωματική απόχρωση στην άλλη, με τους τρεις μας να κοιτάμε το κάδρο με ανοιχτό το στόμα.



Η άφιξη στο δασικό χωριό ήταν όπως πάντα αγωνιστικά αποφορτισμένη σε αντίθεση με παρόμοιες διοργανώσεις. Είναι βλέπεις η φύση του αγώνα τέτοια που ο καθένας ξέρει πολύ καλά τις επιδιώξεις του. Οι αθλητές με χρόνους κάτω των 30 ωρών παίζουν με τη φωτιά προσπαθώντας να πέσουν όσο γίνεται περισσότερο, ενώ οι πρωτοεμφανιζόμενοι αθλητές (rookies) είναι τολμηροί στις σκέψεις τους αλλά φειδωλοί στις δηλώσεις τους έχοντας υπόψη τις στατιστικές των προηγούμενων διοργανώσεων και τις αφηγήσεις παλαιοτέρων, οι οποίες συγκλίνουν στο γεγονός ότι πρόκειται για το σκληρότερο αγώνα ορεινού τρεξίματος στην Ελλάδα. Γενικά η διαδρομή και το ύφος του αγώνα βάζουν από μόνα τους όνειρα, φιλοδοξίες και ανταγωνισμούς σε πλήρη τάξη.




Ο αγώνας



Σα σε όνειρο άκουσα το Χρήστο Κατσάνο να κρούει τους κώδωνες της εκκίνησης κατά τις 4:30 το πρωί της Παρασκευής καθώς έβλεπα την κούραση στο πρόσωπο του Μπάμπη ο οποίος 40 ώρες πριν βρισκόταν κρεμάμμενος στα ζεστά βράχια της Καλύμνου, ενώ τώρα απορούσε μαζί με όλους μας γιατί ο Χρήστος ξυπνάει τον κόσμο από τόσο νωρίς.

Μετά από ένα gourmet πρωινό και μπόλικη δόση καφεΐνης στο κοιμισμένο ακόμα σώμα ένοιωθα την ενέργεια των συμμετεχόντων στην εκκίνηση να ξεχειλίζει από παντού. Όλα γίνανε στιγμιαία. Γέλια, παροτρύνσεις, ευχές, ο Λάζαρος αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση,10, 9,…3, 2, 1 και ο καθένας στον κόσμο του. Αυτές οι εκκινήσεις μου δίνουν την αίσθηση μιας πολυπληθούς και πολύβοης παραλίας στη μέση του καλοκαιριού όπου όταν βάλεις το κεφάλι σου κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ακούς μόνο του σφυγμούς της καρδιάς σου.



Οι γρήγοροι μπροστά, οι λιγότερο γρήγοροι στη μέση, οι αργοί πίσω και 88 δρομείς ξεκίνησαν να μάθουν τι τους επιφυλάσσουν οι επόμενες 42 ώρες. Τα πρώτα λεπτά του αγώνα και ενώ οι αθλητές κατηφορίζουν το χωματόδρομο προς το Λειβαδίτη ακούγονται και κάποιοι διάλογοι, οι οποίοι κατά τη δική μου εμπειρία είναι καθαρά θέμα εκτόνωσης ενέργειας…δηλαδή να μιλάς για κάτι με κάποιον και το μυαλό σου να σκέφτεται που θα σε βρει το ξημέρωμα, πως θα είναι η κατηφόρα του Θεολόγου και άλλες παρόμοιες σκέψεις περί του αγώνα, οι οποίες είναι παντελώς άσχετες με αυτά που αρθρώνει στο στόμα σου! Το ωραίο βέβαια με αυτό το μέγεθος αθλητών είναι ότι σύντομα ο καθένας μπαίνει στο ρυθμό του, κόβονται οι διάλογοι καθώς μυαλό και σώμα αρχίζουν να επιδίδονται αυτούσια στον αγώνα. Με το πρώτο φως έρχεται και η διάθεση για περισσότερη ταχύτητα στις κατηφόρες τουλάχιστο και ίσως για λίγο κουτσομπολιό για το που μπορεί να είναι οι πρώτοι. Με τα τρία ρέματα που οι αθλητές καλούνται να περάσουν στο πρώτο τμήμα του αγώνα (Εκκίνηση – Ζαρκαδιά) να μην παρουσιάζουν εξεζητημένες δυσκολίες, τη θερμοκρασία να είναι σε πάρα πολύ καλά επίπεδα και τις πρώτες ηλιαχτίδες να φωτίζουν τις πλαγιές απέναντι από το Βαθύρεμα αποκαλύπτοντας το πράσινο χαλί της Ροδόπης, έγινε πλήρως κατανοητό από όλους ότι ο 4ος Rodopi Advendurun 100 miles έχει ξεκινήσει για τα καλά.

Στην Πρασινάδα έφτασα μόνος και μετά από μία μικρή στάση συνέχισα τις ανηφοριές όπου σύντομα συναντήθηκα με την παρέα της Κομοτηνής, τους οποίους άφησα να περάσουν μιας και ο ρυθμός τους ήταν γρήγορος για τη δική μου βόλεψη. Η ημέρα φανταστική και δεν χόρταινα να βλέπω τη θάλασσα των βουνών της Ροδόπης με μικρό ίσως υψόμετρο αλλά μεγάλη οικολογική σημασία και ακόμα μεγαλύτερη φυσική ομορφιά, η οποία είναι ένας από τους παράγοντες για τους οποίους συνεχίζω να δίνω το παρόν στο συγκεκριμένο αγώνα από το 2009 ανεξαρτήτου αποτελέσματος. Μετά από λίγες ώρες εμφανίστηκαν και οι κατηφόρες προς τη Ζαρκαδιά, μαζί με τα πρώτα σημάδια κόπωσης στα πόδια. Βέβαια, ο ενθουσιασμός που επικρατεί στο σταθμό τροφοδοσίας της Ζαρκαδιάς απορροφάει την κούραση αμέσως και σε συνδυασμό με το καλό φαγητό έρχεται η διάθεση για φευγιό και περισσότερα χιλιόμετρα.



Έχοντας αφήσει πίσω το εισαγωγικό κομμάτι (41km) του αγώνα και κρατώντας κάπου κρυμμένο στο μυαλό ότι σε περίπτωση που όλα πάνε καλά η διαδρομή-ορεκτικό θα μετατραπεί σε διαδρομή-επιδόρπιο (με μαρτυρική βέβαια συνισταμένη), ο αθλητής εισέρχεται στο κυρίως πιάτο, ένα πανέμορφο κύκλο 82km. Εδώ καλείται να αντιμετωπίσει μεγάλες ανηφόρες, απλωτές κατηφόρες και πολλούς εσωτερικούς διαλόγους, μιας και το motto του αγώνα αρχίζει σταδιακά να αλλάζει από

πήγα καλά μέχρι τη Ζαρκαδιά, τι ώρα είναι, σε τι θέση είμαι…

σε 

…πάμε μέχρι τον επόμενο σταθμό και βλέπουμε”.


Μεγάλη η ανηφόρα για το Καϊκούλι, ωραίοι χωματόδρομοι στη συνέχεια, όμορφη η κατηφόρα προς το Φαρασινό, με κύριο παράγοντα την απομόνωση η οποία είναι απόλυτη και άκρως επιθυμητή.

Μέχρι εκεί όλα καλά, μαγευτικά θα έλεγα. Φωνές τύπου “πάμε Mike” με τα πόδια να βαραίνουν όλο και περισσότερο ήταν η νόρμα ενός πολύ όμορφου απογευματινού καθώς συνοδευόταν και από γλυκές αναμνήσεις από το πρόσφατο ταξίδι στη Γαλλία…♥

Και ξαφνικά το όνειρο σταμάτησε. Ένας έντονος ιδρώτας, ένα σφίξιμο στο στομάχι, μία ξαφνική αδιαθεσία, όλα μαζί. Βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που έχει τύχει να σβήσει η μηχανή, αλλά δεν το περίμενα και τόσο νωρίς.

Τώρα φίλε κάνε ότι είναι να κάνεις, καλύτερα που ήρθε τώρα παρά αργότερα



Ναι, βέβαια πάντα θετική σκέψη. Σίγουρα καλύτερα τώρα παρά μετά. Έφαγα λοιπόν το σάντουιτς που με τόσο αγάπη φιλοτέχνησε η μαμά Αρετή (συνολικά 12 σε όλο τον αγώνα που αθροίζονται σε κάτι χιλιάδες θερμίδες), έφαγα δύο Succeed E-Caps ήπια μπόλικο νερό και συνέχιζα να κινούμαι προς τα μπροστά, με πολύ αργούς ρυθμούς.

Sometimes you gotta dig deeper but it takes time

μου είχε εκμυστηρευτεί στο Badwater εν έτη 2000 ο Mick Justin από το Colorado ο οποίος στην κυριολεξία είχα αναστηθεί από τους νεκρούς. Ενώ τον είχανε για νοσοκομείο σηκώθηκε και τερμάτισε παρέα με τον απορημένο γιό του. Έκτοτε τη συγκεκριμένη δήλωση την έχω επαληθεύσει αρκετές φορές και τώρα ήταν ευκαιρία να δω εάν συνεχίζει να ισχύει η δήλωση του Mick.



Τα 8km μονοπατιού μέχρι το Κρούσοβο ήταν ίσως τα πιο δύσκολα του αγώνα μιας και το “it takes time” άρχισε να γίνεται “it takes very long time”, αλλά είπαμε η υπομονή είναι ένα από τα βασικά συστατικά επιτυχίας του ROUT και δεν έχει να κάνει με δρομικά ή βουνίσια χιλιόμετρα προετοιμασίας, αλλά με βρώμικους τρόπους του μυαλού να ξεγελά το σώμα.

Με την άφιξη στο Κρούσοβο όλα ήρθαν στη θέση τους. Το συνταρακτικό νέο ήταν η πτώση του Λεωνίδα (Αθανασόπουλου) στη γέφυρα από κορμούς λίγο μετά το σταθμό. Από τα λεγόμενα των παρευρισκομένων κατάλαβα ότι χτύπησε μεν αλλά όχι πολύ άσχημα. Δεν ήταν λέει και τόσο σοβαρό. Όπως και να έχει είναι άσχημο να μαθαίνεις για τραυματισμούς συναθλητών, αλλά από την άλλη οι επιδόσεις του Λεωνίδα και ο χαρακτήρας του σε προτρέπουν να πιστέψεις ότι μπορεί να ξεπερνάει τέτοιες καταστάσεις γρήγορα.



Σούρουπο στο Κρούσοβο. Υγρασία, φαγητό, φανταστική εξυπηρέτηση των ανθρώπων του σταθμού, λίγα πρόσθετα ρούχα και παρέα με τη Jo που με έφτασε στο τραβεσροειδές μονοπάτι πριν το σταθμό πάλι στα πόδια (αυτές οι καρέκλες στους σταθμούς τροφοδοσίας γίνονται εύκολα παγίδες). Τώρα μπαίνουμε στο ψητό ξεκινώντας για μια άκρως ενδιαφέρουσα νύχτα. Μετά τον επαναπροσδιορισμό της εσωτερικής μου φιλοσοφίας κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης πριν το Κρούσοβο, ο αγώνας μου επιφύλασσε και τη στιγμή για τον επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής μου φιλοσοφίας, μιας και κατά την άφιξη μας στην Πυραμίδα παρέα με τη Jo ερωτηθήκαμε από τα παιδιά του σημείου ελέγχου εάν θα μπορούσαμε να συνοδέψουμε μέχρι τη Γιουμουρλού το Γιάννη Καλικά. Φυσικά και ΝΑΙ. Δώσαμε με τη Jo ότι ρούχα, σκούφο, γάντια μπορούσαμε και ξεκινήσαμε σιγά-σιγά προς τα κάτω. 



Οι κάποιες αρχικές σκέψεις περί του

εάν δεν ήταν ο Γιάννης θα κατεβαίναμε πιο γρήγορα

διαλύθηκαν αμέσως μιας και ένιωσα ιδιαίτερα χαρούμενος να γνωρίσω έναν ακόμα άνθρωπο που αρέσκεται να δοκιμάζεται μέσα από τη φύση, έχει διαφορετική άποψη για τους αγώνες ορεινού τρεξίματος από εμένα και δοκίμασε κάτι νέο για το εαυτό του και τον αγώνα γενικότερα…την προσέγγιση too fast & too light. Του βγήκε δεν του βγήκε δεν έχει σημασία, αλλά τέτοιες ανατρεπτικές στάσεις συντελούν στην πρόοδο και την εξέλιξη. Παρόλα αυτά με την άφιξη στο σταθμό τροφοδοσίας στη Γιουμουρλού και τη μικρόσωμη σιλλουέτα της Jo να εξαφανίζεται γοργά γοργά μέσα στη νύχτα, ψυχή και σώμα είχαν μπόλικη καλή διάθεση γνωρίζοντας πολύ καλά ότι τα δυσκολότερα είναι ακόμα μπροστά.



Η διάρκεια της νύχτας ήταν από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Κούραση, νύστα και πανσέληνος. Το σεληνόφως πάνω στα νερά του Μεγάλου ρέματος με έκανε πολλές φορές να νομίζω ότι υπάρχουν κάποιοι άλλοι εκεί κάτω στο ρέμα με φακούς στο κεφάλι, ενώ η ροή του νερού μέσα από έγκοιλα της σμιλευμένης από τη χρόνια δράση του νερού κοίτης φάνταζαν σα φωνές στα αυτιά μου. Δε νομίζω να είμαι ο μόνος που είχα τέτοιες παραισθήσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Όμορφη ελαφρώς κατηφορική διαδρομή με αρκετή δόση υπνηλίας και απόκοσμη αίσθηση την οποία μοιράστηκα με τους Κωνσταντίνο (Κολοκυθά), Παύλο (Διακουμάκο) και Διονύση (Σταφορίδη). Συνέχιζα και συνεχίζω να απορώ και να θαυμάζω την επιμονή του Παύλου και την εξοικείωση του με το πόνο της λαγονοκνημιαίας ταινίας που τον παίδευε από τα πρώιμα στάδια του αγώνα. Καθώς τον έβλεπα να περπατάει μπροστά μου με τη δέσμη του φακού μου να αντανακλά στο παπούτσια του σκεφτόμουνα:

άμα κουτσαίνει έτσι από τώρα πως θα φτάσει στον τερματισμό?

Και όμως ο Παύλος τελικά τερμάτισε.



Οι κουβέντες πλέον ήταν λίγες και ο χρόνος πιο ελαστικός από ποτέ. Η ώρες περνούσαν με τέτοιο ρυθμό λες και είχαν μετατραπεί σε λεπτά. Ο Διονύσης ήταν αυτός που βρήκε περίσσευμα κουράγιου και άρχισε να ανεβάζει το ρυθμό στα τελευταία 10km πριν τη Ζαρκαδιά δίνοντας ένα τόνο επαγρύπνησης. Για καλή μου τύχη τον ακολούθησα και καθώς η νύχτα άρχισε να φεύγει πήρε μαζί της κούραση και υπνηλία.



Ζαρκαδιά για δεύτερη φορά λοιπόν μετά από 123km αλλά όλως παραδόξως ακόμα με εξαιρετική διάθεση. Ζεστή σούπα, καλό φαγητό, απαλλαγή από το νυχτερινό εξοπλισμό και φύγαμε. Το τελευταίο κομμάτι του αγώνα ήταν από κάθε άποψη πιο εύκολο από το αναμενόμενο. Τα χιλιόμετρα στις ανηφόρες του Ολύμπου απέδωσαν τα μέγιστα μιας και οι δύο χαρακτηριστικές ανηφόρες (Οξιά και Θεολόγος) έφυγαν χωρίς ψυχική ταλαιπωρία (βέβαια από το σημείο αυτό και μετά η ποσότητα και το είδος της σωματικής κόπωσης δεν είναι άξιες λόγου, απλά υπάρχουν), ενώ γνωρίζοντας ότι ο τραυματισμός δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα είχα και την πολυτέλεια να αφεθώ στα πλαίσια του εφικτού τρέχοντας κάποιες κατηφόρες αναλογιζόμενος για πολλοστή φορά στη ζωή μου τη δύναμη που αντλεί ο άνθρωπος μέσα από τη φύση και προσπαθώντας να μετρήσω πόσα σκαμπανεβάσματα είχε η διάθεση μου στα πλαίσια του φετινού ROUT, ο οποίος έδειχνε πλέον έντονα σημάδια τερματισμού. Καθώς οι ώρες και τα χιλιόμετρα συνέχιζαν να περνάνε με ρυθμό ταχύτερο του ρολογιού, δεν ήταν λίγες οι φορές που στα τελευταία χιλιόμετρα άκουσα από συναθλητές τη φράση

Είμαι τελειωμένος

και που πήρα την εντύπωση ότι πράγματι μπορεί να είναι σωματικά τελειωμένοι αλλά ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου τους μόνο τελειωμένους ανθρώπους δεν έδειχναν. Τελικά όλοι οι τελειωμένοι έφτασαν στον τερματισμό, επιβεβαιώνοντας ότι τελικά στο ROUT πρέπει να αδειάσεις και διαλυθείς για να τερματίσεις τον αγώνα και αυτό ίσως είναι το ωραίο και το εθιστικό.

Σε μία άλλη έξαρση αναζήτησης περιπέτειας μέσω του αγώνα περιπέτειας Iditasport στην Αλάσκα το χειμώνα του 2001, ο πρώτος στην κατηγορία του σκι John Stamstad είχε δηλώσει:

There are two types of fun. Type A fun is like sex; it is fun while you are doing it. Type B fun is like – It is not fun until it’s over

Δικαιωματικά ο ROUT κατατάσσεται στην δεύτερη κατηγορία διασκέδασης…





Στα τελευταία χιλιόμετρα πρόλαβα τη Jo (η οποία παρεμπιπτόντως πήγαινε πολύ γρήγορα στα τελευταία τμήματα του αγώνα) και το Χρήστο (Τσιλικίδη), ο οποίος πήγαινε με άδειες τις δεξαμενές ενέργειας για πολλές ώρες (από τη Γιουμουρλού!!!) μιας και που το στομάχι του αρνούνταν να δεχτεί κάθε είδος τροφής??? Περπατήσαμε μαζί τα τελευταία 7km τερματίζοντας μέσα σε ένα φανταστικό απόγευμα τον αγώνα αλλά μαζί του και μια προσπάθεια που για εμένα είχε ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 2010, για τη Jo πέρυσι τέτοια εποχή, ενώ στο Χρήστο απονέμεται διάκριση αξιοπιστίας μιας και δεν έχει χάσει τερματισμό σε όλα τα ROUT 100miler.




Ο πολιτισμός της φύσης

Μια φορά και ένα καιρό είχα δει στη κρατική τηλεόραση (ΕΤ3) μία σειρά εκπομπών των καθηγητών αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάνου Δανέζη και Στράτου Θεοδοσίου. Θυμάμαι να υποστηρίζουν ότι ο πολιτισμός λανθασμένα ταυτίζεται με την τέχνη (λογοτεχνία, ποίηση, γλυπτική, ζωγραφική κ.α.). Δήλωναν μεταξύ άλλων ότι ο πολιτισμός απαρτίζεται από την επιστημονική κοσμοθεωρία, την κοινωνική φιλοσοφία και τη θεολογία.



Ο επίλογος του φετινού ROUT εκτός από την αίσθηση της ολοκλήρωσης μιας πολυετούς προσπάθειας, το ξεπέρασμα ενός τραυματισμού και την υπέρβαση των ορίων με έκανε να σκέφτομαι σοβαρά ότι τέτοιες εκδηλώσεις στη φύση με τους συμμετέχοντες είτε έχουν τερματίσει είτε όχι, αποτελούν παράγοντες πολιτισμικής ανάπτυξης όσο και εάν αυτό φαίνεται αρχικά οξύμωρο. Η απουσία έντονου και στείρου ανταγωνισμού, η σωματική και ψυχική δοκιμασία, η συντροφικότητα μεταξύ αθλητών – εθελοντών αλλά και αθλητών μεταξύ τους, οι αναδεικνυόμενες αξίες όπως η αμφιβολία, η αυτοπεποίθηση, η ταπεινότητα και η κάθε είδους υπέρβαση σε ένα άγριο φυσικό περιβάλλον αποτελούν δείγμα υγιούς πολιτισμού και μας αλλάζουν όλους έστω για λίγα εικοσιτετράωρα μετά το γεγονός. Το στοίχημα είναι πλέον εάν η αίγλη αυτή να μπορέσει να κρατάει για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και να διαβιβαστεί σταδιακά σε νεότερους ανθρώπους.



Μέχρι την επόμενη πολιτισμική συνάθροιση στη φύση της Ροδόπης τα θερμά μου συγχαρητήρια σε εθελοντές (σας περιμένω…) και συμμετέχοντες αθλητές. Εύχομαι στο Λεωνίδα καλή ανάρρωση και τα πιο θερμά μου συγχαρητήρια στο Νίκο Πετρόπουλο για το ήθος του και το sub24hour χρόνο και στον Κώστα Τσαντό τόσο για τη δεύτερη θέση, αλλά κυρίως για την επιμονή και τη αρετή που εκτρέφει και δικαιωματικά του χάρισαν αυτή τη θέση. Ευχαριστώ τη διοργάνωση του ROUT για την τιμή που μου έκανε να απονείμω το έπαθλο για τη τρίτη θέση overall στον πιο ενθουσιώδη και θορυβώδη αθλητή υπεραποστάσεων στη Ελλάδα, το Δημήτρη Ζιαμπάρα.

Υγεία και δύναμη!

ΜΣ